δα-

(Α)
μόριο προθεματικό, επιτατικό.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το προθεματικό εμφατικό δα-πιθανόν να είναι τύπος τής καθημερινής γλώσσας. Ισοδυναμεί με το επίσης εμφατικό διά (πρβλ. διαλγής «αυτός που υποφέρει μεγάλο πόνο»), αιολ. ζα- (πρβλ. ζαφλεγής «περιφλεγής, λαμπρός» ζατρεφής «κα λοθρεμμένος, παχύς»), και μαρτυρείται ήδη στον Όμηρο (πρβλ. δαφοινός «κατακόκκινος»)].

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.